Angie 的个人资料Ακατάστατες σκέψεις (μέρ...照片日志列表更多 工具 帮助

日志


9月30日

Music makes the people come together – I (wanna) feel good (at last)!!!

Πως γίνεται πάνω που έμαθα να φτιάχνω playlist με κομμάτια από καλλιτέχνες που λατρεύω και πάω πω… “σσσσ, γατόνι είμαι”… να έρχεται το αντίστοιχο site και να κλειδώνει αυτή τη δυνατότητα, αφήνοντας μόνο τα video clip ελεύθερα (που όμως άλλοτε δεν παίζουν και άλλοτε είναι χάλια);  Τι θα κάνω τώρα εγώ η έρμη η μπλοκόβια; 

Σε απάντηση όλων όσων  θέλουν να με κάνουν να θυμώνω, κλαίω, φωνάζω, σιχτιρίζω, φασκελώνω… απόψε μπήκα για να πω ότι είμαι η Αγγελική και είμαι καλά(μια)!!!

Νυχτερινέ μου επισκέπτη, όχι δεν είμαι μια ακόμη ατιμασμένη κόρη, ραγισμένη καρδιά, μοναχική ψυχούλα, δαιμονισμένο αγγελάκι … και δεν ξέρω γω τι άλλο… παρμένη είμαι αλλά… αντί για να κλαίω τον πόνο μου, προτιμώ να το ρίξω στο τραγούδι και όποιος αντέξει!!!

 

 

και πάμε παρακάτω…

Απορώ όχι με την καρδιά μου, αλλά με την υπομονή μου και ενίοτε με τη νοημοσύνη μου (ξανθιά γυναίκα μόνη σκέφτεται… παράλογο;;;;)  Σήμερα έλαβα μια “φιλοφρόνηση” από ένα συνάδελφο (ναι, έπιασα δουλειά… αλλά αυτό σε άλλη εκπομπή)… Στη νομαρχία ήταν η μέρα σήμερα που ετοίμασαν τους σάκους με το υλικό για τα εκλογικά κέντρα.  Ένας χαμός στο διάδρομο.  Υπάλληλοι, σάκοι, κούτες, παρακουτές και ότι άλλο χρειάζεται για να λειτουργήσει σωστά (;) ένα εκλογικό κέντρο την αποφράδα μέρα.  Μια τέτοια μέρα λοιπόν, θα έπρεπε να μείνω στο γραφείο αμπαρωμένη γιατί έξω από αυτό γινόταν της επί χρήμασι εκδιδομένης γυνής το σιδηρούν κιγκλίδωμα.  Έλα όμως που με έπιασε κόψιμο…; τι να κάνω; να τα χωνέψω;  Βγήκα με τρόπο και τρόμο και ζητώντας συγνώμη δεξιά και αριστερά, προσπάθησα να βρω το δρόμο για το γνωστό μέρος.  Και εκεί που προσπαθούσα να περάσω με άλμα εις ύψος (και με χάρη ομολογουμένως) ένα σάκο, ο κύριος συνάδελφος που τον κρατούσε δεν με είδε και με πάτησε – έσπρωξε και βρέθηκα φαρδιά πλατιά στο μάρμαρο να με κόβει κρύος ιδρώτας.  Η αλήθεια είναι οτι τον στραβοκοίταξα… όμως όχι μόνο συγνώμη δεν είπε αλλά με στόλισε κιόλας λέγοντας με στόμφο “δεν μας φτάνουν οι κακογ….νες, πλάκωσαν τώρα και οι αγ..τες”!!!  Και ερωτώ: Φταίω εγώ τώρα αν τον χ.σω πατόκορφα;  Δεν το έκανα όμως…Κυρία!!!  αντί για το στόλισμα που του αρμόζει, εγώ θα του αφιερώσω το επόμενο τραγουδάκι και ο νοών νοείτω που λένε και οι 300 μαζί.

 

 

Αυτά για την ώρα και την κάνω για το κρεβατάκι μου γιατί ακόμη και τα βιντεάκια έχουν βαλθεί να μου διαλύσουν ότι έχει απομείνει από αυτό που άλλοι ονομάζουν νευρικό σύστημα και γω απλά περιφέρω σαν τα κρόσσια που μας μείναμε από μια στολή του αείμνηστου.

Καλό ξημέρωμα να έχουμε και καλή δύναμη σε όσους τρώνε ή τρώγονται με τα ρούχα τους… καλό ξημέρωμα και σε σένα, όπου και να σαι.

9月24日

Η τραγιάσκα


Αγορασμένη στο πανηγύρι του Παντοκρατόρου.  Ήταν το πρώτο δώρο μου σ’ αυτόν.    500 δραχμές.  Το χαρτζιλίκι ενός ολόκληρου μήνα.  Μαύρη πίσσα, με ένα κορδόνι στο γείσο.  «Ψαράς χωρίς τραγιάσκα γίνεται», του είχα πει.  «Για να μη σου μπερδεύει ο αέρας τα μαλλιά», του ξαναείπα.  Είχε γκρίζα πυκνά μαλλιά που με το παραμικρό αεράκι του έπεφταν στο πρόσωπο.  Στα νιάτα του ήταν κατάξανθα και σε συνδυασμό με τα καταγάλανα μάτια του, έμοιαζε με ένα πονηρό αγγελάκι.  Πονηρό γιατί μόλις χαμογελούσε έβλεπες μια υποψία σκανταλιάς ζωγραφισμένη στα χείλη του.

Από τη μέρα που του τη χάρισα δεν ξαναείδε κανείς τα γκρίζα του μαλλιά παρά τους μόνο ότι έμενε ακάλυπτο στους κροτάφους.

Όταν πέθανε η μάνα του, την έβγαλε για λίγο και την κράτησε σφιχτά μέσα στη γροθιά του.  Ένας άντρας σαν αυτόν δεν έπρεπε να τον δουν να κλαίει.

«Περήφανος» στ αυτιά, την ανασήκωνε τάχα όταν δεν άκουγε καλά.  «Ατζουλίνα τι ναι κιο πω πες; Δε μου το ματαλές;… τιιιι;;; ν ανοίξω τη φανέστρα;» (κι ας είχα μόλις πει ότι δεν θέλω να φάω τη μανέστρα που μαγείρεψε).

Στον αρραβώνα του πρώτου του εγγονού, του Μήτσου, την έδωκε στη γιαγιά μου να του την φρεσκάρει λιγάκι.  Έβαλε και το πράσινο του ζιβάγκο (η αγαπημένη του μπλούζα που του την είχε πλέξει η γιαγιά), και το μαυροπό σακάκι με τις κόκκινες και πράσινες ρίγες που είχε από τον καιρό που έγινε γαμπρός.  Έβαλε κι ένα λουλούδι για μπουντουνιέρα στο πέτο και καμάρωνε ανάμεσα στις εγγονές και τους εγγονούς του.  Το χε συνήθιο στις επίσημες εμφανίσεις του να χορεύει μαζί μου ένα ταγκό.  Μέχρι τη μέση του έφτανα, όμως αυτός καμάρωνε κι ας μ έσερνε πέρα δώθε αφού κανείς από τους δυο μας δεν ήξερε να το χορεύει.

Τις λίγες φορές που με πήρε μαζί του για ψάρεμα, μου την έβαζε στο κεφάλι με το ζόρι… για να μη με φάει ο ήλιος όπως έλεγε.  Τον μύριζα μέσα από αυτήν.  Ήταν σαν να τον φορούσα… και καμάρωνα που την έπαιρνα εγώ και όχι ο ξάδελφος μου ο Μήτσος.

Κάποια στιγμή, λίγο η θάλασσα, λίγο ο ήλιος, λίγο ο ιδρώτας του ανθρώπου που ολημερίς δουλεύει με τα χέρια, ήρθε και τρίφτηκε η τραγιάσκα.

Μια μέρα με φώναξε παράμερα, μου έβαλε συνωμοτικά ένα πεντοχίλιαρο στην τσέπη και μου ζήτησε να πάω την άλλη μέρα στη Χώρα για να του πάρω μια καινούργια… φτάνει να είναι ολόιδια με την πρώτη.  Γύρισα όλη την πόλη μα τελικά κατάφερα να τη βρω.  Του πήρα ακόμη μια, να χει εφεδρική μήπως και χαλάσει πάλι ή τη χάσει.

Στα χρόνια που πέρασαν, η τραγιάσκα αυτή έγινε ο ίσκιος του το μεσημέρι όταν ήθελε να κοιμηθεί δίπλα στη βάρκα, η κάλυψη του όταν με παραμόνευε να δει τι κάνω και τι λέω με τις παρέες μου όταν έβγαινα βόλτα στο φόρο, το στέμμα του όπως έλεγε γιατί όταν μας είχε όλες τις εγγόνες αγκαλιά ένιωθε πως ήταν βασιλιάς.

Στο γάμο μου όμως για πρώτη φορά ήρθε ξεσκούφωτος.  Ντρεπόταν να παρουσιαστεί στους συμπεθέρους με την τραγιάσκα.  Τα έχασα μόλις τον είδα… και πικράθηκα λιγάκι… σαν να με είχε ξεπεράσει ή ακόμη… σαν να με άφηνε ελεύθερη τώρα που άλλος θα ήταν ο «κύρης μου».  Μόνο την άλλη μέρα τη φόρεσε πάλι… όμως δεν ήταν αυτή που φορούσε κάθε μέρα… αλλά η εφεδρική.

Το βράδυ που τον ξαγρυπνήσαμε, καθίσαμε όλες οι εγγόνες, η γιαγιά και η θειά μου ένα τριγύρω του.  Αρχίσαμε να λέμε για το πόσο είχε δουλέψει στη ζωή του, πόσο σκληρός άνθρωπος ήταν με τα παιδιά του αλλά και πόσο γλυκός και τρυφερός με τα εγγόνια του.  Η θειά μου θυμήθηκε τις λίγες φορές που γέλαγε και τότε μας έπιασαν τα κλάματα.  Και όταν δεν είχαμε άλλα δάκρυα… άρχισα να αφηγούμαι τα περιστατικά που με έκαναν να γελάσω εξ αιτίας της βαρηκοΐας του.  Άλλο του έλεγες και άλλο απαντούσε… και τότε μόνο που δεν κατουρηθήκαμε από τα γέλια… Τότε ήταν που για πρώτη φορά τον είδα στην άκρη της πόρτας να μου χαμογελάει σκανταλιάρικα και να στρώνει την τραγιάσκα του στο πλάι… και τότε χίλια καμπανάκια άρχισαν να χτυπάνε στ αυτιά μου… Η τραγιάσκα του!!!!  Ξεχάσαμε να του φορέσουμε την τραγιάσκα του.  Σίγουρα δεν θα ήθελε να πάει ξεσκούφωτος στην άλλη πλευρά.

Ρώτησα τη γιαγιά μου που την είχε, όμως μέσα στη σύγχυση της δεν θυμόταν.  Έψαξα τον κομό του και το μπαούλο που ακούμπαγε τα ρούχα του όταν γδυνόταν.  Το μόνο που κατέφερα να βρω ήταν η εφεδρική, αυτή που φόρεσε μόνο μετά το γάμο μου.  Αν και κάτι με έτρωγε μέσα μου, συμβιβάστηκα μ αυτή τη λύση και του την ακούμπησα στο πέτο του για να την έχει εύκαιρη αν την χρειαστεί.

Πάνε 8 χρόνια που έφυγε και κανείς ποτέ δεν βρήκε εκείνη την τραγιάσκα.  Η μάνα μου έλεγε καμιά φορά με χαιρεκακία ότι η γιαγιά μου θα την είχε πετάξει γιατί ήταν τόσο βρώμική που ούτε σκύλος δεν την έτρωγε… μέχρι που χθες το βράδυ η κόρη μου, αντί για παραμύθι μου ζήτησε να της δείξω το λεύκωμα με τις φωτογραφίες από το χωριό μου και που είναι πρώτη μούρη η νόνα μας η Ασημίνα με τον παππού το Γιάννη.. από το γάμο τους.  Παρόλο που ήταν αργά και εγώ γκρίνιαζα που δεν είχε κοιμηθεί ακόμη, εκείνη επέμενε να μου ζητάει να της κατεβάσω το κουτί με την κερκυραϊκή στολή που έχω φυλαγμένη από τα παιδικά μου χρόνια.  Τη νυφιάτικη στολή τση προγιαγιάς μου της Ασημίνας.  Της έκαμα το χατήρι και την άφησα κιόλας να τη φορέσει για λίγο... κι όταν στο τέλος σήκωσα με τρόπο τη μπόλια της τη νυφιάτικη… ηλεκτρικό ρεύμα διαπέρασε τη σπονδυλική μου στήλη.  Κάτω από την άσπρη μπόλια βρισκόταν η τραγιάσκα του παππού.  Δεν ξέρω ποιο χέρι την έβαλε εκεί και γιατί δεν την είχα δει παλιότερα.  Το κουτί αυτό το κουβαλάω μαζί μου από τον καιρό που έφυγα από το νησί.  Το μόνο που ξέρω είναι ότι ακόμη μύριζε την αλμύρα από τον ιδρώτα του και ήταν ζεστή σαν να την είχε μόλις βγάλει από το κεφάλι του.

Δεν είμαι από τους ανθρώπους που έχουν μεταφυσικές ανησυχίες.  Μόνο μετά το θάνατο του είχα κάποιες περίεργες εικόνες που κόντεψαν να με κάνουν να πιστεύω ότι έφτασα στα όρια της παράνοιας εξαιτίας της κατάθλιψης που με διακατείχε για καιρό.  Το μόνο που ξέρω είναι ότι την άφησε επίτηδες πίσω του για να μου κρατάει συντροφιά τώρα που είμαι μόνη και ίσως ίσως… για να του την επιστρέψω όταν ξανασυναντηθούμε στην άλλη πλευρά.

9月23日

Εντελώς ακατάστατες σκέψεις

Κάποτε στη Μεσοποταμία, ένας Χαλδαίος μάγος, ένας Έλληνας φιλόσοφος – μαθηματικός και ένας Πέρσης στρατιωτικός ένωσαν τον τότε γνωστό κόσμο μέσα από την αναζήτηση του Εν και των μυστικών της ζωής, πάνω σ ένα ζιγκουράτ και κάτω από μια ολική έκλειψη ηλίου.

Κάποτε οι άνθρωποι συζητούσαν.  Τώρα απλά ανταλλάσουν μηνύματα στα κινητά ή στην οθόνη ενός υπολογιστή.

Πάντα η φυγή αφήνει ερωτηματικά σ αυτούς που μένουν πίσω όμως είναι φορές που η επιστροφή είναι ακόμη πιο οδυνηρή.   Delete στις αναμνήσεις δεν μπορείς να κάνεις που να χτυπάς τον απαυτό σου κάτω ολημερίς κι ολονυχτίς… όμως μπορείς κάλλιστα να πεις ένα “όχι, ευχαριστώ” και να κλείσεις την πόρτα πίσω σου.

Υπάρχουν ερωτήσεις που αν τις ξεστομίσεις μετά θα είναι αργά για να πεις ότι με πλήγωσε αυτό που έλαβα σαν απάντηση.  Οπότε ίσως να είναι καλύτερα να σκεφτείς αν μπορείς να αντέξεις μια ενδεχόμενη μη επιθυμητή απάντηση.

Το να φτάνει το χαμόγελο στα μάτια είναι αγώνας δρόμου με αντίπαλο τη βούληση.  Και άλλες φορές είναι σαν τη σκιά μας, εξαρτάται από πιο σημείο τη βλέπεις και την γωνία που σχηματίζει το φως με το αντικείμενο που φωτίζεται.

Στη διαδρομή προς το αύριο, η σιωπή είναι η αφετηρία και το τέλος ταυτόχρονα και κερδισμένος είναι αυτός που ξέρει να την αφουγκράζεται.

Εκείνες οι δυο αυλακιές στο μέτωπο πως θα καθαρίσουν μου λες; 

Να κάθομαι στην σκιά του πλάτανου και να διαβάζω τα άνθη του κακού (του Μποντλέρ) περιμένοντας το υπεραστικό για την επόμενη πόλη που στην ζωή μου δεν είχα ξαναδεί - μαγική κι αυτή σαν την περιπλάνηση σ' ένα παλιομοδίτικο μηχανοκίνητο καραβάνι τσίρκου μ' όλα τα παράξενα να ξεπροβάλλουν από τις άπειρες γωνίες του...  γιατί η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις…

9月20日

Singles not allowed

Η μέρα κύλισε απρόσμενα βαρετά και πανομοιότυπα με την προηγούμενη μέχρι που το τηλέφωνο χτύπησε σε ένα ευοίωνο ρυθμό.  Μετά το “καληνύχτα σας” το σπιτικό τσίπουρο γέμισε 2-3 γύρες τα ποτήρια και στο τέλος ένα ελαφρύ αλληθώρισμα μας έκανε να χωθούμε νωχελικά μέσα στις μαξιλάρες του παραγεμισμένου καναπέ.  Ώρα για νάνι;  Στο βάθος κήπος μουσική από το πλησιέστερο παραλιακό μπαράκι με βάζει σε σκέψεις.  Να ξεραθώ ή να το κόψω ποδαράτο για την παραλία;  Κι αν πιω πως θα μαζευτώ μετά σπίτι;  Θα με βγάλει το gps ή θα θέλω ξεναγό-συνοδό σαν αυτούς που χρησιμοποιούν τα ταξιδιωτικά γραφεία για τα γκρουπάκια του Αμαζονίου;  Άσε, θα πάρω το αυτοκίνητο και δεν θα πιω στάλα αλκοόλ… στο λόγο μου.

Ντουζάκι στα γρήγορα, βάψιμο ελαφρύ, σανδαλάκια παντός καιρού, άρωμα μετρημένο με το καντάρι και φτου ξελεφτερία με υφάκι που πας ρε καραμήτρο ξεβράκωτος στ αγγούρια;

Το πάρτι στο μπαράκι πριβέ και το μπλαζέ τουπεδάκι δεν περνάει στον κρεμανταλά της πόρτας.  Χεστηκα… πάμε βουνό καρδιά μου να πάρουμε αέρα.  Πρώτη στροφή, δεύτερη, τρίτη… ζαλίστηκα ή όλα είναι κλειστά;  Φύγαμε για κέντρο… όλο και κάποιοι φοιτητές θα χουν βιαστεί να χτυπήσουν κάρτα στα στενά του.  Παρκάρω και παρατηρώ παρέες τύπου μπουλούκι σε υπερδιέγερση να βγαίνουν από κάθε στενό και να κατευθύνονται προς την ίδια κατεύθυνση.  Χαρά που πήρα!!!  Ακολουθώ με ύφος μπλαζέ τα μπουλούκια μέχρι που στρίβοντας από την εκκλησία γέμισε το μάτι μου από τυπάκια που έψαχναν να συνεχίσουν τα καλοκαιρινά πράσινα, κόκκινα, κίτρινα σφηνάκια στα μπαράκια της περιοχής… και ως δια μαγείας… το στυλάκι το μπλαζέ πάει περίπατο και η καρδιά μου αρχίζει να στροφάρει με ιαχές για οπισθοχώρηση.  Ο εγωισμός τσιρίζει συνέχισε και η λογική άει χάσου μυρμηγκάκι που θες και ποτάκι.

Λιονταρίνι γαρ… συνέχισα…  Μαζεύω όσα αποθέματα εγωισμού και κουράγιου μου έχουν απομείνει και σκαρφαλώνω στο πρώτο διαθέσιμο σκαμπό που μένει αδειανό (που αλλού;) δίπλα στο ηχείο.  Παραγγέλνω κάτι δυνατό γιατί με την καρδιά να χτυπάει στους ρυθμούς του ταμ ταμ, το τσίπουρο εξατμίστηκε σε χρόνο ντε τε.  Ανάβω τσιγάρο, βαθειά εισπνοή και στρίβω το σώμα προς το πλήθος… ΛΑΘΟΣ!!! ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ!!!

Στην αρχή λέω… μπα… η ιδέα μου είναι.  Αλλάζω πόδι και ξανακοιτάω σαν διοπτρα γυρω γυρω (αν μπορουσα θα εκανα 360 μοίρες στροφή).  Λίγα ζευγάρια, άπειρες πολυπληθής και ανομοιογενείς παρέες φοιτητών και μη που κάνουν ανασκόπηση των καλοκαιρινών διακοπών ανά την υφήλιο.  Και τότε το πρόσεξα για πρώτη φορά.  Εκείνος ο ψηλός ο μουσάτος με το λινό πουκάμισο και το φιρμάτο τζιν… γυρίζει με κοιτάει και μετά σιγοψυθιρίζει στο αυτί της χοντρής που κουνιόταν δίπλα του.  Σε δευτερόλεπτα, μια καστανή ευφάνταστη νεανίδα απροσδιορίστου ηλικίας, φορτωμένη με χαϊμαλιά από τη Γη του Πυρός έως τα βάθη της Μογγολίας με κοιτάει ομοίως και παρομοίως ψιθυρίζει στο αυτί της διπλανής ξανθομαλλούσας κοπελιάς που χε καταπιεί κλαρίνο.  Χωρίς υπερβολή, στο πρώτο δεκάλεπτο το μισό μαγαζί είχε κάνει την ίδια κίνηση.  Ο μπάρμαν, στο πνεύμα κι αυτός, έρχεται στο μέρος μου προτείνει 2 σφηνάκια… σκύβει με μεγάλο άγχος και κατανόηση και ψιθυρίζει… μοναχούλα;  Να το πιω ή να το πω;  Καταπίνω για αρχή τα λόγια μου και κατεβάζω και τα δυο σφηνάκια πριν προλάβει να πάρει το δικό του.  Αφήνω τα λεφτά κάτω από τα σφηνοπότηρα και ξεκαβαλάω με ορμή προσέχοντας μην γκρεμιστώ και καταφέρω έτσι να γυρίσει και το υπόλοιπο μαγαζί. 

Έχουμε και λέμε… σαν σερβιτόρα δεν μπορώ να δουλέψω γιατί είμαι ενήλικη… ποτό δεν μπορώ να πιω μόνη για τον ίδιο λόγο.  Μήπως υπάρχει μια θεωρία συνομοσίας για τους άνω των 30 και δεν το χω πάρει χαμπάρι;  Μήπως η γενιά των 20 έχει καβαλήσει το καλάμι και θεωρεί οτι οι υπόλοιποι είναι για το πλησιέστερο καπι και δικαίωμα ουδένα δεν έχουν σε κοινωνική ζωή;  Μήπως πάλι οι γυναίκες δεν μπορούν να βγουν μόνες χωρίς να ανάψουν την ταμπέλα από νεον… γυναίκα μόνη δεν ψάχνει; 

Ότι και να ναι πολύ με τσάντισε και οι ρυτίδες στο μεσόφρυδο έχουν γίνει σαν τ αυλάκια για το πότισμα που χει στα περιβόλια ο πατέρας μου… και αυτό με τσαντίζει ακόμη χειρότερα.


9月18日

Η αυλή των θαυμάτων

Πάνε τώρα μέρες (εβδομάδες πες καλύτερα) που ο πΟΤΕς με είχε στο περίμενε για να μεταφέρει μια ρημάδα γραμμή.  Ήρθε όμως η αποφράδα μέρα που το όνειρο έγινε πραγματικότητα, η αποτοξίνωση επέτυχε (δεν υπέκυψα σε ιντερνετ καφέ), ο ασθενής κόντεψε να κλατάρει από την πίεση (όχι της κύστης πάντως) και συ καλέ μου νυχτερινέ επισκέπτη αφού τα έβαψες άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε (καραβάκια στο αιγαίο να μας δίνανε καλέ) που δεν με είδες τόσο καιρό να σου τα πρήζω ποικιλοτρόπως… ήρθε η ώρα να μάθεις (εξ ου και η καούρα που έχεις από το πρωί) που χάθηκε το παρδαλό κατσίκι, ή αλλιώς αγγελουδάκι, ή όπως αλλιώς το χεις φαντασιωθεί το θεματάκι.

Αν θυμάμαι καλά τρεις εβδομάδες έλειψα και γίνανε δω μέσα τα Σόδομα και τα Γόμορρα (έχω τους σπιούνους μου εγω… αμ πως!!!)  Όλα τα μαθα λοιπόν… και να δω που να πρωτοτρέξω να μαζέψω τα σπασμένα.  Συγχωρέστε με για την αργοπορία του κέντρου ανάνηψης και καταστολής των καρδιοπαθιών, όμως ένα κορμί είχαμε και αυτό το χάσαμε πατριώτη μαζί με τους καμένους κορμούς των δέντρων που αποψιλώθηκαν στην Αττική.  Την υγειά μας να χουμε (που λέει ο λόγος) και πάμε παρακάτω.

Θα αναρωτιέσαι τι έγινα λοιπόν αυτές τις δυο εβδομάδες (μην ξύνεσαι σε βλέπω)… Για να μην φλυαρώ (φωτιά να ρίξει να με κάψει αν το θέλω)… αποφάσισα να σου παραθέσω 5 χαρακτηριστικές βραδιές και όπως τις έζησα στην αυλή … ποια αυλή; εν καιρώ θα καταλάβεις… για την ώρα… καλή σου μέρα επισκέπτη μου, καλώς με βρήκες και πάλι (τρελό καρναβάλι) και καλό κουράγιο σε όποιον δεν αντέχει πάνω από 200 λέξεις (που έχω ήδη ξεπεράσει).

 

 

Αν(-)αυλή(-)ζώντας (1)

Ασύρματη σύνδεση πουθενά στην περιοχή.  Ανακάθομαι στη μπαμπού πολυθρόνα και βουλιάζω μέσα της.  Η νύχτα ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς και γω αναδιπλώνομαι για να βρω τους δικούς μου.

Το σπίτι απόψε μας υποδέχεται για να γίνει σπιτικό.  Κούτες ακόμη διάσπαρτες γύρω γύρω και η μυρωδιά από καινούργια και παλιά αντικείμενα αναβλύζει από παντού. 

Ξαναγυρίζω στην πολυθρόνα τη μπαμπού, εκεί στον κήπο.  Όνειρο ζω.  Ένας κήπος όπως αυτός που πριν κάποιους μήνες με υποδέχτηκε στο όνειρο μου.  Οι ελιές ένα τριγύρω δημιουργούν ένα φυσικό προστατευτικό τείχος και το γκαζόν με τα λουλούδια μυρίζουν ακόμη από την απογευματινή βροχή.  Στο βάθος η πόλη βουίζει ακόμη.  Αναμοχλεύει τα δρώμενα της ημέρας και ζυμώνει αυτά που θα φέρει η νέα με το ξημέρωμα.

Στο τραπέζι δίπλα, ένα πιάτο με καρπούζι και φέτα μου κλείνει το μάτι ενώ για πρώτη φορά εδώ και βράδια, στο τασάκι μετράω μόλις τρια αποτσίγαρα.

Απόψε ήρεμη θα κοιμηθώ… και το χρειάζομαι πόσο;

 

 

Αν(-)αυλή(-)ζώντας (2)

Και τι ζητάω; Οχι, στον παράδεισο δεν θέλω να πάω (εκτός και αν έχει βάρδια στην πύλη το πρωινό τεκνό στην παραλία).  Μεγάλη γυναίκα πια, με μασέλα ή οχι χρατσα χρουτσα χρατσα χρουτσα θα το κατάφερνα το λουκουμάκι γάλακτος με άρωμα καρύδας.  Άλλα δεν είναι της ώρας και για να μην ξεφύγω (από τώρα) από το θέμα, καλύτερα να επανέρθω στο αρχικό μου ερώτημα. Ζητάω πολλά; Όχι πες, που μου το παίζεις και ομοιοπαθής. 

Σπίτι με κήπο - έχω, το φεγγάρι στην αυλή μου και για πάρτη μου κάθε βράδυ - το έχω, τον κουβά μου που κουτσά στραβά μου κάνει όλα τα χατίρια και με πάει τσάρκα όπου τραβάει η ψυχούλα μου -το έχω, το βλαστάρι μου που μου θυμίζει κάθε ώρα και στιγμή οτι βιάστηκα να γίνω μάνα – το έχω… δουλειά δεν έχω και τα χω πάρει στο κρανίο. 

Ανοίγω την εφημερίδα και διαβάζω αγγελίες.  Από τις 30, οι 10 θέλουν τυλιχτές πίτας (!!!), οι άλλες 10 θέλουν delivery που να χει δικό του μηχανάκι και οι υπόλοιπες δέκα… από μπάρα και μπουφέ έως σερβις και λάτζα.  Καλά, που ήρθα;  Αυτή η πόλη μόνο από τα καφέ, τις ψησταριές και τα ιντερνετ καφέ ζει;  Άλλες επιχειρήσεις δεν υπάρχουν;  Και άντε και πήγα για σερβιτόρα… αμ δε που θα με πάρουν;;;!!!  Πρώτον, έχω παιδί και δεν θα μπορώ να δουλεύω βράδυ.  Δεύτερον, έχω άντρα (έστω και πρώην) και δεν θα μπορούν με άνεση να μου βάζουν χέρι.  Τρίτον και κυριότερο, είμαι άνω (μα πολύ πιο άνω) των 20 οπότε δεν μπορώ να κουνήσω την ουρά μου και να τραβήξω κόσμο στο μαγαζί.  Τώρα θα μου πεις, αφου δεν την κουνάς τι τη θες τη ρημάδα;  Ίσως να χει πάθει αγκύλωση, ίσως επειδή ήταν σε αδράνεια σχεδόν μιαμιση δεκαετία τώρα (και όπως λέει η θεωρία της εξέλιξης- οτι αφήνουμε μας αφήνει), όσο και να προσπάθησα να τη θέσω σε λειτουργία δεν κατάφερα οχι μόνο να πείσω τους υποψήφιους εργοδότες αλλά και εμένα την ίδια.

Άσχετο… αν ζητήσω μια καινούργια ουρά, πιο εξελιγμένο μοντέλο από τη δικιά μου, λες να καταφέρω να πιάσω δουλειά έστω και στη λάτζα;

Μέχρι πριν λίγο καιρό, όταν με ρωτούσαν τι κάνω απαντούσα με τη φράση της Ντένις Μαρκορά από τους “Δυο Ξένους”… – Θραύση και εντύπωση!!! Τώρα πια αν με ρωτήσουν τι κάνω θα πω μόνο το πρώτο και θα μιλάω για το κεφάλι μου!!!

Άσχετο… ο επαγγελματισμός με την ηλικία συμβαδίζει ή την εξωτερική εμφάνιση;

 

 

Αν(-)αυλή(-)ζώντας (3)

Νυχτώνει σιγά σιγά.  Ο χρόνος μοιάζει να χει σταματήσει στην αυλή και οι φωνές των παιδιών αρχίζουν να καταλαγιάζουν αποκαμωμένα από την κούραση της ημέρας.  Και κει που τα παιδιά αράζουν στον καναπέ έτοιμα να ξεραθούν μαζί με τις λάσπες στα πόδια τους, τα “κορίτσια” της γειτονιάς βγαίνουν τσάρκα στη δροσούλα.  Παίρνουν τα μπαστουνάκια τους (αυτοσχέδια και μη), τις εσάρπες τους και στρογγυλοκάθονται λίγο πιο δίπλα για να αρχίσουν το κους κους και την ανασκόπηση της ημέρας.  Τρία κορίτσια γεμάτα δροσιά και χάρη που θα ζήλευε κάθε κουρασμένο παλικάρι.  Η κυρά Τότα η Μανιάτισσα.  Η αυστηρή της παρέας.  Νοικοκυρά και λιγόλογη όμως αφήνεται να παρασυρθεί σε χασκόγελα όταν η πιο πεταχτούλα, η κυρά Κούλα η τσαχπίνα, αρχίζει τα σόκιν πειράγματα.  Και από κοντά και η κυρά Ευσταθία η καφετζού της παρέας.  Τις κοιτάω με την άκρη του ματιού και βουλιάζω μέσα στην πολυθρόνα για να μην με πάρουν χαμπάρι και χαλάσω την παρέα τους.  Κλείνω το mp3 και κρύβομαι πίσω από τον Yalom.  Καμουφλάρομαι για να τις απολαύσω εν αγνοία τους.

“Δεν είμαι πολύ καλά σήμερα.  Παρόλο που πήρα το χάπι της πίεσης το πρωί έχω ένα φούντωμα και μάλλον θα μ ανέβηκε η πίεση”, λέει η κυρά Τότα.  “Άντρα θες βρε, γι αυτό και έχεις φουντώματα” σχολιάζει η κυρά Κούλα και τα τρια κορίτσια μας γελάνε μέχρι δακρύων… μαζί και γω που δεν κατάφερα να κρατηθώ… και έτσι με πήραν χαμπάρι. 

Πήρα λοιπόν το κρασάκι μου, κέρασα και τα κορίτσια από ένα ποτηράκι στην καθεμία… και αρχίσαμε τη κουβεντούλα οι φιλενάδες.  “Θυμάσαι, κυρά Αγγελική μου τα παιχνίδια που είχαμε εμείς;  Την καραβάνα και τη τζατζαρία;”  Κόκκαλο εγώ… να θυμάμαι; Έμεις;… Εγώ κι αυτές δηλαδή ένα πράμα;  Να τσιρίξω;;; Γούρλωσα λίγο τα μάτια και έβαλα τα γέλια τελικά… “κυρά Κούλα μου, δεν ξέρω τι παιχνίδια παίζατε εσείς πριν 70 χρόνια αλλά πριν 30 που ήμουν εγώ παιδάκι, δεν τα ξέραμε αυτά που λες…”  Σάστισε για λίγο η καημένη και μετά το γάργαρο γέλιο και των τριών τους με έβγαλε από τη δύσκολη θέση.  “Λίγο το χα και το χασα κυρά Αγγελική μου… ίσα κι όμοια σ έκανα παιδάκι μου… μπα σε καλό μου!!!  ευτυχώς που φοράω την πάνα μου σήμερα αλλιώς θα είχαμε διαρροές βραδιάτικα!!!”  και να τα χάχανα και τα πειράγματα από τις άλλες.  “Βρε ξέρεις τι είναι;  Που χω καιρό να δω χαρά στην αυλή μου…”  Ξαναγουρλώνω τα μάτια και ακούω δυνατά τη σκέψη μου… “Δεν μπορεί να το άκουσα αυτό… κάποιο λάθος έκανα…”  Όμως πριν προλάβω να ρωτήσω η κυρά Ευσταθία συμπλήρωσε με στόμφο…”Καλέ κυρά Κούλα μου, μια βόλτα να βγεις με την κυρά Αγγελική και να δεις πόσα τεκνά θα σου βρει αυτή!!!”  Γελάνε οι άλλες, κάγκελο εγώ!!!!  και κει που αρχίζω να ψιλοιδρώνω γιατί δεν τα βγάζω πέρα με τις κοριτσούδες… με σώζει σαν από μηχανής θεός η φωνή του κυρ Στράτη που από το διπλανό σπίτι ακούει και καμαρώνει την κυρά του (την Κούλα ντε).  “Ποιος σου είπε να τις ποτίσεις κρασί τις καρακάξες βρε Αγγελική μου;  Αυτές είναι ικανές να κολάσουν και μητροπολίτη, φαντάσου εσύ τι θα πάθεις αν συνεχίσεις να κάνεις παρέα μαζί τους!!!”

Και με τούτα και με κείνα συνεχίσαμε τη κουβεντούλα μέχρι τη μια τα μεσάνυχτα.  Τους πήρα και την πίεση, τους έφερα και τα χαπάκια τους, με βάλανε να τους υποσχεθώ ότι του χρόνου το καλοκαίρι θα της πάρω (πρώτα ο Θεός) ταξιδάκι στην Κέρκυρα να προσκυνήσουν τον Άγιο (βοήθεια μας) και στο τέλος τις συνόδευσα μέχρι τα σπίτια τους για να σιγουρευτώ ότι δεν θα ξεστρατίσουν για καμιά μπαρότσαρκα.

Και έμεινα μόνη στην αυλή μέχρι το ξημέρωμα, να εύχομαι να χω τη ζωντάνια τους και τη θέληση για ζωή όταν και αν ποτέ φτάσω στην ηλικία τους.

 

 

Αν(-)αυλή(-)ζώντας (4)

Πανσεληνιάζομαι… οχι δεν στο λέω για νέο.  Το ξέρεις καλά ότι κάτι τέτοια βράδια το πρόσωπο μου παίρνει το σχήμα και το χρώμα του φεγγαριού.

… και στο μονοπάτι που αφήνουν οι αχτίνες του στο νερό ένα τσιγάρο σιγοκαίει παρέα με εκείνον που Θεό δεν πιστεύει. 

Παράξενο δεν είναι πως συνταιριάζουν μια ονειροπαγίδα, μια γάτα, ένας άθεος και το φεγγάρι;

(σημείωση: να ξαναδιαβάσω “Ο Βασιλιάς, ο Σοφός και ο Γελωτοποιός”, Shafique Keshavjee – Σε μια αναμέτρηση για την αιώνια Ομορφιά και την απόλυτη Σοφία, συναντιούνται ένας εβραίος, ένας μουσουλμάνος, ένας ινδουϊστής, ένας βουδιστής, ένας χριστιανός και ένας άθεος. Ποιος θα βγει νικητής από αυτήν την αναμέτρηση;)

 

 

 

Αν(-)αυλή(-)ζώντας (5)

Μεταξύ μπύρας, της λυγαριάς, των δαχτυλιδιών που σου φαγε, του σαλαμακίου που έχω τσακίσει, του τηλεφώνου που έχει κολλήσει στο αυτί μου σαν χανζαπλαστ, της βροχής  και του αστραπόβροντου που πέφτει με το καντάρι στην άλλη μεριά του ακουστικού και του ηλιοκαμένου του δέρματος μου από την παρατεταμένη ηλιοθεραπεία (βλέπε καταραμένη ανεργία)… έχω να προσθέσω μόνο ότι ήταν μια πάρα πολύ εποικοδομητική συνομιλία – κλαυσίγελος που θα σου μείνει αξέχαστη όχι για τίποτε άλλο αλλά για να μάθεις να μην ξαναπροσποιηθείς ότι με ξέχασες μέσα στη ζάλη και στην παραζάλη του honda, της δουλεμένης βλαχάρας και του τηλεφώνου που έσπασε (στο κεφάλι σου θα σπάσει το επόμενο να είσαι σίγουρος).

Εν το μεταξύ η κυρά Κούλα έχει αλλάξει ρεπερτόριο και από την καημένη τη λυγαριά έχει βαλθεί να ξεκάνει και τα πουκαμισάκια τ αμερικάνινα, στο τσιμέντο στα πλακάκια πως χτυπάν τα τακουνάκια… (μαζί και η ζουζούνα για να κρατάει το ρυθμό)…

Είπες τίποτα; ναι, οι κυρίες της αυλής κυριούλη μου… εμείς να ξεμαλιαζόμαστε για το ποια θα βγάλει το καλύτερο τεκνό (με τη μασέλα βεβαίως βεβαίως) και συ σαν άλλος Ηλιόπουλος να βάφεις το κωλαράκι του μωρού με τη μαύρη μπογιά γιατί μας τελείωσαν τα φράγκα για να του πάρουμε πάνα βρακάκι.  αυτά…. ουλα ουλα ουλααα